μαμά & μπαμπάς στην Πόλη


Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που μαμά και μπαμπάς ήταν και παραμένουν ένα σώμα, μια ψυχή, μια τρέλα, δεν μπορω να τους ξεχωρίσω σε μέρες σαν και τη σημερινή που γιορτάζει η μεν ή ο δε. Έλενα, Λενιώ, Νιτσάκι να μας είσαι πάντοτε γερή και χαμογελαστή. Εσύ Γιάγκο να την αγαπάς όπως ξέρεις καλά με πάθους φοιτητή της Καλών Τεχνών που σχεδιάζει Αρχαία Κόρη, από τότε που σας έκανε το προξενιό η Κυρά Ωραία. Χρόνια Πολλά στις μαμάδες αναγνώστριες και στις μαμάδες όλων των υπολοίπων:)

Όλοι με ρωτούν μάλλον ρητορικά "οι γονείς σου σε επισκέπτονται συχνά, ε; Έτσι δεν είναι;", υποθέτοντας ότι είναι εδώ κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. Αμ δε! Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές κανόνισαν βίζιτα στην Πόλη, αλλά όλο κάτι θα συνέβαινε και θα αναβαλλόταν. Πότε οι υποχρεώσεις (δικές τους και δικές μου), πότε οι πολλές οι ζέστες (δικαιολογία για να αράζουν στο εξοχικό στη θάλασσα), πότε  τα πολλά τα κρύα (δικαιολογία για να νταντεύουν και να λένε παραμύθια στον τζουτζούκο εγγονό τους δίπλα στο τζάκι), πότε κάποιες ατυχίες που μας έλαχαν (ευτυχώς τις ξεπεράσαμε). Τελικά, το ταξίδι ορίστηκε για το Φθινόπωρο. "Θα έρθουμε με τρένο" λέει ο μπαμπάς αποφασιστικά, νοσταλγώντας το μακρύ ταξίδι από το Δοξάτο στο Ναύπλιο για να καταταγεί στο στρατό, το εξηντακάτι. Συμφωνεί κι η μαμά, που θυμάται με τη σειρά της το ταξίδι για τη Φρανκφούρτη, μαζί με τους άλλους γκασταρµπάιτερ τη δεκαετία του '70. Παρολίγον να μας τα χαλάσει βέβαια ο ΟΣΕ με τις απεργίες του, αλλά όπως φαίνεται ήταν γραμμένο να έρθουν αυτήν τη φορά.


Περάσαμε καλά. Μνημεία, βόλτες, ψώνια, γνώρισαν τους φίλους μου, γοητεύθηκαν από την Πόλη και τους ανθρώπους Της. Κατέρριψαν δε, πολλά από τα κλασικά στερεότυπα που έχουν οι Έλληνες για τους Τούρκους. Επιδοθήκαμε επίσης σε ατέλειωτο κους κους για τις εξελίξεις στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, τα ευτράπελα της γειτονιάς και φυσικά έμαθα μπόλικες ιστορίες για τον Μικρό Πρίγκηπα Γιαννάκη (φτου να μην τον ματιάσω!)! Είχα τον χρόνο να τους παρατηρήσω και ξεκαθάρισε τελικά μέσα μου (το επιβεβαίωσε και η Σταυριανή), από που πηγάζει αυτή η αντιφατική ψυχοσύνθεση μου - τύπου αχταρμάς. Έπρεπε να τους ζήσω στην Πόλη για να καταλάβω ότι είμαι μισός μπαμπάς / μισός μαμά. Αποχαιρετηθήκαμε στο σταθμό του Σίρκετζι ανανεώνοντας το  αντάμωμα στην Πόλη. Λίγο πριν τους αφήσω στην κουκέτα, σκέφτηκα να τους ψιθυρίσω κάτι αλλά τελικά δεν το έκανα. Μάλλον θα το έπαιρναν για ακόμα μια μπαλαφάρα μου. Πως όλα τα χρωστώ σ' αυτούς. Να μου είναι καλά..

Χαρούμενη Εργατική Πρωτομαγιά

 
Ξυπνάω σήμερα πρωί που λέτε και αρχίζω να βλαστημώ που παράτησα τη δουλειά του μηχανικού στην Ελλαδίτσα και ξενιτεύτηκα στην Τουρκια (ο τόνος μπαίνει σε διαφορετική συλλαβή αναλόγως διάθεσης) για να βιοπορίζομαι ως μπλόγκερ. Όχι γιατί μου λείπουν οι διευθετήσεις χειμάρρων και οι σκυροδεματένιοι οχετοί, αλλά για το γεγονός ότι τουλάχιστον την Πρωτομαγιά είχα αργία. Καλά, εντάξει. Απεργία θα πείτε κάποιοι, αλλά εγώ πάντοτε έτρεχα στις εξοχές να πιάσω το Μάη, φορώντας λουλουδένιο στεφανάκι απάνω στις ξανθές μου μπούκλες, σανδάλια αρχαιοελληνικά δετά μέχρι το γόνατο, ριχτά εμπριμέ καφτάνια, γιατί μου πάνε έτσι λεπτός που είμαι. Καλά, εντάξει. Πλάκα κάνω για το στυλ, αλλά στις εξοχές πράγματι έτρεχα, δεν ήμουν και πολύ της πορείας. Στην Πόλη όμως, αν και ζω πλέον το επαγγελματικό μου όνειρο, πρέπει να δουλεύω πιο σκληρά από ποτέ. Βέβαια, άμα είσαι απεργοσπάστης, με ή χωρίς αιτία, δε σου βγαίνει σε καλό. Λόγου χάρη, αφού βρίζω και ντύνομαι, βγαίνω από το σπίτι, κατεβαίνω τα χιλιάδες σκαλοπάτια, και βλέπω την απουσία (σχήμα οξύμωρο) αυτοκινήτων, τραμ, ταξί στον κεντρικό, μόνο ορδές περιπατητών, ταλαίπωρους τουρίστες, ντόπιους, παιδιά, σκυλιά, περιπολικά, κορδέλες πλαστικές να κόβουν τους κάθετους δρόμους. Φακ! Έπρεπε να είμαι στο Γενί Τζαμί στις 9:30 και ήταν ήδη 9:23. Φακ! Ήταν επαγγελματική η συνάντηση, όχι σορολόπ. Φακ! Θα περπατήσω, θα φτάσω λίγο αργοπορημένος, αλλά θα φτάσω τουλάχιστον. Τι είναι να περάσεις τη Γέφυρα του Γαλατά από Καράκιοϊ στο Εμίνονου, μια κλανιά δρόμος. Όπερ και εγένετο! Αυτό ακριβώς ήταν που μου ξέφυγε όταν είδα την παρακάτω εικόνα. Η γέφυρα σηκωμένη, σαν του γαϊδάρου του ακόλαστου!


Και μετά είδα αυτήν, και δώστου ακόμα μια πορδή.


Κι ακόμα από πιο κοντά, και μόλις που γλίτωσα να χεστώ απάνω μου. Φακ!
 

Να είσαι τόσο κοντά, και τόσο μακριά την ίδια στιγμή! Θα πάρω το βαπούρ και θα περάσω απέναντι, πώς δεν το σκέφτηκα ο μπουνταλάς; Αμ, δε! Όλα αγκυροβολημένα, να θυμίζουν τις γνώριμες εικόνες του δοξασμένου Πειραιά. Αλλά τι γίνεται εκεί; Κάποιος επιτήδειος θέλει να βγάλει παραδάκι και κάνει αρπαχτές με τον σκυλοπνίχτη του. Γιααααα να σκουντήξω λίγο, ίσως να χωρέσω κι εγώ την κωλάρα μου (με την έννοια του ανάλγητου εγωισμού μου, όχι του μεγέθους). Όχι στο πρώτο, ούτε και στο δεύτερο, στο τρίτο που πηδάω τελικά, μας στέλνει πίσω το λιμενικό. Φακ!
 

Εκεί που πάω να τα παρατήσω, δεν ήθελα να κολυμπήσω ανοιξιάτικα/πρωινιάτικα/Κερατιάτικα (στον Κεράτιο), με έναν επαγγελματισμό ρεζιλιασμένο, βλέπω το μάτι του Καπτάν Οζγκιούρ να γυαλίζει, λέω ιδού η τελευταία μου ελπίδα, άμα με περάσει απέναντι, θα του γίνω τζάμπα μούτσος για ένα εξάμηνο να του το ξεπληρώσω...και ναι! Σαλπάρουμε, καλπάζουμε στα κύματα, φαντασιώνομαι εμένα και τον Καπτάν αγκαλιασμένους στην πλώρη αλά Ντι Κάπριο & Γουίνσλετ και να παίζει το Μαβί Μασμαβί στο μεγάφωνο. 
 
 
 
Τα κατάφερα! Πηδάω στην αποβάθρα, στέλνω φιλί στον θαλασσόλυκο από το Μισίρ Τσαρσί, ραντεβού την επόμενη Πρωτομαγιά Σεβάχ μου. Αλλά αυτήν τη φορά, θα μπαρκάρουμε για θάλασσες πιο εξωτικές. Τί Χαλίτσια και Βοσπόρους μου θες; Καρίμπιαν και πέρα. Γιατί η Πρωτομαγιά δεν είναι αργία, είναι φαντασία.



Εσείς πού πιάσατε το Μάη;

το φρι τουρ του Απρίλη


Παρασκευή - τελευταία του μήνα - κοντή γιορτή. Είστε έτοιμοι για το φρι τουρ του Απρίλη; Μετά από δύο απανωτές βόλτες στην Ασιατική Πλευρά, καιρός να δουλέψουμε και λίγο Ευρώπη. Τι λέτε; Πόσο Δυτικές εικόνες θα δούμε βέβαια εκεί που θα σας περπατήσω, αποτελεί εύλογο ερώτημα. Πρώτα νυφικά για ευσεβείς Μουσουλμάνες, πολλά από τα οποία θα κοκκίνιζαν να φορέσουν ακόμα και τραβεστί σε ντραγκ σόου, ιερά Τζαμιά, ξεχαρβαλωμένες Ρωμαϊκές Κινστέρνες, μπιζουδάκια Βυζαντινά εκκλησούδια, ναργιλέδες με θέα στον Κεράτιο που αδειάζει το στομάχι.


Ραντεβού την Παρασκευή 26η Απριλίου στις 16:30 στο Πάρκο του Φάτιχ, ακριβώς δίπλα στο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο (του Ουάλεντος, το λέει ο τουριστικός σας οδηγός), διαγωνίως απέναντι από το αυστηρά καναβωτό Δημαρχείο της Πόλης, κάτω ακριβώς από τα πέταλα του αλόγου του Μωάμεθ του Πορθητή.


Υπολογίστε περπάτημα διαδρομής (αν δε σταματούσαμε πουθενά, πράγμα αδύνατον) 40 λεπτά. Εικόνες πολλές θα αλλάζουν σε κάθε τετράγωνο, μια από τις ωραιότερες περιοχές της Πόλης, μπόνους το πέρασμα από τη γειτονιά Τσαρσάμπα, μη μου έρθετε με καυτά σορτς με κρόσσια (αγόρια σε σας το λέω, που καλοκαιριάζει και αρχίζετε τα έξαλλα!) και μας πάρουν με τις πέτρες. Ευπρόσδεκτες οι α-καπέλα παρουσιάσεις των μνημείων που θα δούμε (τζαμιά: Φάτιχ,  Σελίμ, πρώην εκκλησίες: Παμμακάριστος, Άγιος Ιωάννης εν Τρούλλω, κ.ά.),  διαβάστε λιγάκι και παρουσιάστε τα σ' εμάς τους υπόλοιπους, θα έχω έρθει από ολοήμερο νταβαντούρι, μην περιμένετε να σας πρήξω με ιστορικά τρίβια.


Σας περιμένω, και τους Ρωμιούς και τους πολλούς Ελλαδίτες πλέον γηγενείς και τους επισκέπτες του Σαββατοκύριακου. Γιατί είναι ωραίο να μοιράζεσαι την τρέλα σου για την Πόλη. Ναι καλά, που δεν είστε μουρλοί με την πάρτη Της, σας πίστεψα!

Πάλι(ς) ξενοίκιασμα, νέοι αγωνες


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, ο οποίος κυκλοφορεί κάθε Πέμπτη σε 500 σημεία της Θεσσαλονίκης, στο φύλλο της 21ης Μαρτίου 2013.


Όλο σας γράφω για κεμπάπια και κιοφτέδες, καιρός να θίξω και ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί τη ζωή μου στην Πόλη. Τη στέγη. Πάλι να μου πεις, δε ξεφεύγω και πολύ από το θέμα, μιας και η ανεύρεση κατοικίας στην Πόλη έχει άρρηκτη σχέση ξανά με το φαγητό. Για να ακριβολογησω δηλαδή, με την όρεξη και κυρίως με το κόψιμο αυτής, γιατί αφενός αν δεις τα σιχαμερά μπάνια και τις κουζίνες, που κάποιες φορές μπερδεύεσαι ποιό είναι τι, τους ξεχαρβαλωμένους τοίχους, τα σάπια ντουλάπια, τα ναβοπάν που χώρισαν ένα ήδη μικρο υπνοδωμάτιο σε πέντε γιαπωνεζικες ύπνο-κάψουλες, και αφετέρου εξαιτίας των sky is the limit τιμών που ζητάνε, σου κόβεται μαχαίρι!

Ως γνωστόν, η Πόλη βρίθει αντιθέσεων, έτσι και στην ενοικίαση κατοικίας, από περιοχή σε περιοχή οι τιμές διαφοροποιούνται, συχνά απολύτως ανεξήγητα. Βέβαια, αν ήταν να έμενα φτηνά δυο ώρες μακριά απ' το Τάξιμ, π.χ. στο Μπεϊλίκντουζού, δεν επέστρεφα καλύτερα στη Δράμα; Μιλάμε λοιπόν για πολύ περιορισμένες επιλογές στην πράξη, με το Μπέιογλου να αποτελεί μονόδρομο. Αλλά κι εκεί, δεν υπάρχουν πάνω από δύο γειτονιές, με τις αμέσως διπλανές τους, όπου θα μπορώ να ζήσω μια ζωή όπως την θέλω. Είτε γύρω από τον Πύργο του Γαλατά θα ήτανε, είτε στο Τζιχάνγκιρ. Ειδικά, αν θες λιγότερους τουρίστες, κανά δυο σουπερμάρκετ, πολλά μπακάλικα, ήσυχα καφέ/μπαρ και θορυβώδεις καφενέδες μες στα πόδια σου, μόνο το δεύτερο τα συγκεντρώνει όλα.

Δυστυχώς, δεν είμαι ο πρώτος που ανακάλυψα τα ατού του Τζιχάνγκιρ. Και πριν απ' όλους, οι επιτήδειοι μεσίτες, που σιγά μην άφηναν την ευκαιρία να μαδήσουν όλες εμάς τις μαντάμ Σουσού, ξένους τις περισσότερες φορές, που ψοφάμε για τα γραφικά σοκάκια, τη θέα στο Βοσπορο, τα ψηλοτάβανα παλιά Ρωμαίικα σπίτια, την αίσθηση γειτονιάς που ακόμα σου δίνει η περιοχή. Προς υπεράσπιση της μεγαλομανίας μας βέβαια, θέλω να αναφέρω ότι εδώ έχεις επίσης και μια ζωή λίγο πιο λιμπεράλ, όπου ως γυναίκα μπορείς να κυκλοφορείς ανενόχλητη τη νύχτα ακόμα και με μίνι, αφού έχεις πιει τα κοσμοπόλιτάν σου με τις φιληνάδες, ως gay να δώσεις ένα κλεφτο φιλί στο/στη σύντροφό σου, ως Ιταλός καθηγητής με απόσπαση στο Λύκειο Galileo Galilei να πιεις έναν σωστό εσπρέσο, στην τελική βρε παιδί μου να έχεις ανέσεις "Ευρωπαϊκές", μέσα στο ευρύτερο Οριεντάλ πανδαιμόνιο.

Όλα τα παραπάνω βέβαια, όταν μεταφράζονται σε real estate ή emlakciklik τουρκιστί, κάθε αρχή του μήνα πρεπει να τα χρυσοπληρώνεις τουλάχιστον με 1.300 λίρες (=550€), ακόμα και για μια τρύπα ενός υπνοδωματίου, πιθανότατα ημιυπόγειας, ντουζιέρα γιοκ, μόνο ένα τηλέφωνο να ξεφυτρώνει από τον τοίχο, να κανεις τα κακά σου και να λουζεσαι ταυτοχρόνως. Άμα συγκρίνεις δε, αντίστοιχης παλαιότητας, κατασκευής, λειτουργικότητας, τοποθεσίας σπίτια στο Τζιχάνγκιρ με αντίστοιχα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, τόσο στην πριν όσο και μετά κρίσης Ελλάδα, υπάρχει καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.

Χρόνια ακούγεται και όλοι εν μέρη το κατανοούμε, ότι η ζήτηση που έχει η γειτονιά πηγάζει κυρίως από τους ξένους που επιλέγουν Τζιχάνγκιρ δαγκωτό, μόνο όμως κατά τους τελευταίους μήνες, που όπως καταλάβατε, ξαναψάχνω μια σπηλιά να μείνω, έχει γίνει κοινός τόπος που διακηρύσσεται πλέον ξεδιάντροπα. Οι εμλακτσήδες, αφελώς και ανερυθριαστα σου λένε, "Αλί Μπέη (εγώ ειμαι αυτός), ο ιδιοκτήτης άκουσε ότι ο μπακάλης της γωνίας έχωσε δυο μπουνταλάδες Αμερικανούς στο μπουντρούμι που είχε προικιό απ' τη χανούμισα του για δυο χιλιάρικα", και γλυκάθηκε ο αχρείος. Όσο δε για τους ίδιους τους μεσίτες, όταν τους λέω πως είμαι Έλληνας, με ρωτάνε κατευθείαν αν δουλεύω στο Προξενείο, με προσμονή στα μάτια, μπας και τσακώσανε το μεγάλο ψάρι που θα ανεβάσει το κασέ του κωλοχανείου τους. Ατύχησες μεγάλε λέω, αλλά από μέσα μου σπαράζω: Ααααααα ρε Πρόξενε, τι κακό μας έκανες!

ΥΓ: Κοιτάξτε αγγελία σε κόλλα Α4, φασκιωμένη με σελοτέηπ στο κέντρο του Τζιχάνγκιρ. Απλώς μεταφράζω, δε σχολιάζω γιατί δε θέλω να βωμολοχίσω: "Ενοικιάζεται, σε ΞΕΝΟΥΣ (!!!) ψηλοτάβανο διαμέρισμα 160τ.μ., 4 υπνοδωμάτια, σαλόνι, αυτόνομη θέρμανση, φωτεινό, λευκές συσκευές. Τιμή: 3.500 λίρες (=1.500€)"
Related Posts with Thumbnails