Έχουμε όλοι επισκεφθεί πολλών ειδών μουσεία, αλλά ένα Μουσείο της Αθωότητας.. δεν θα σας κινούσε την περιέργεια;
Διάβασα το βιβλίο πριν δυο χρόνια. Τελειώνοντάς το, ήταν σίγουρα μέσα στα καλύτερα που’χα διαβάσει. Θες λίγο η τάση μου στο αυτοκαταστροφικό, το χαμένο, το ανεκπλήρωτο, ένα συν επιπλέον γιατί διαδραματιζόταν στην Πόλη κι άλλο ένα για το υπερπεριγραφικό και επαναλαμβανόμενο του Παμούκ, κάτι που διακρίνει κι εμένα και κουράζει συνήθως τους άλλους.
Για να εκτιμήσει κανείς το Μουσείο της Αθωότητας, πρέπει σαφώς πρώτα να διαβάσει το βιβλίο. Να το «ακολουθήσει» με υπομονή, να αφεθεί στην ιστορία, να νιώσει τη μελαγχολία που αναδύεται, την προσμονή, τον μαζοχισμό, τη βαθιά αγάπη, την υπομονή χωρίς αντίκρισμα, πρέπει τελικά να αγαπήσει την ιστορία του Κεμάλ και της Φισούν. Κι ενώ συνήθως, όταν περάσει ο καιρός, δυσκολεύομαι να θυμηθώ τις ιστορίες των βιβλίων που διαβάζω, το οδοιπορικό που σε βάζει να ακολουθήσεις ο Παμούκ στο μουσείο, σου θυμίζει με πολύ γλυκό τρόπο, με σεβασμό και λακωνικότητα, την ιδιαίτερη αυτή αληθινή ιστορία.
Στην είσοδο υπήρχε μια επιγραφή που δεν επέτρεπε τις φωτογραφίες και ζητούσε τη σιωπή και τη σίγαση των τηλεφώνων των επισκεπτών. Αυτή η απαγόρευση υπαγόρευε ένα είδος σεβασμού απ’την πλευρά του κόσμου που περιδιάβαινε τους ορόφους, και βοηθούσε ώστε ο καθένας μας να ξαναζήσει βήμα-βήμα την ιστορία που σε πρότερο χρόνο είχε διαβάσει. Ίσως και να δάκρυσα σε κάποιες στιγμές.
Φτάνοντας στον τελευταίο όροφο αντίκρισα το δωμάτιο, ατόφιο, όπου ο πρωταγωνιστής του βιβλίου διηγούνταν την ιστορία του στον συγγραφέα επί 7 χρόνια. Ήταν η πιο δυνατή στιγμή, αυτή που έσβησε μεμιάς την μόνιμη αμφιβολία μου ως το τέλος του βιβλίου «Μα δεν μπορεί να’ναι αλήθεια αυτή η ιστορία!»
Αγάπησα το Μουσείο της Αθωότητας όσο αγάπησα και το βιβλίο. Και ίσως να περνάω μια βόλτα σε κάθε μου επίσκεψη στην Πόλη.
Και όχι, δε με ξενέρωσε που πλήρωσα εισιτήριο –κατά 10 βέβαια λίρες λιγότερο λόγω εθνικότητας (!)- γιατί παρέλειψα να φέρω το βιβλίο που μου εξασφάλιζε στις σελίδες του ένα δωρεάν εισιτήριο στο μουσείο. Όχι, δε με ξενέρωσε που, ενώ έφτασα 20 λεπτά νωρίτερα στο ραντεβού μου με το group στο Eminonu, έχασα τελικά την «Βοσποράδα», που ποτέ δεν κατάφερα να κάνω ως τώρα.
Γιατί μετά από ατέλειωτες ώρες περπάτημα, έφτασα σε ένα είδος κάθαρσης, στο
Mikla, να πίνω vodka πορτοκάλι με θέα το ΠΑΝ της Πόλης, και γράφοντας πάνω σε μια χάρτινη σακούλα για το Μουσείο μου, αυτό της Αθωότητας…