τσουλάω άρα υπάρχω


Όταν ήμασταν μικρά με τον αδερφό μου και πετυχαίναμε αγώνες καλλιτεχνικού πατινάζ, κολλούσαμε μπροστά στην ασπρόμαυρη - αργήσαμε πολύ να αποκτήσουμε έγχρωμη - οθόνη. Πολλοί κάνατε το ίδιο, είμαι σίγουρος. Άλλοι μαγεμένοι από την ζεστή φωνή του Αλέξη Κωστάλα, που μάταια προσπαθούσε να  μας εξηγήσει τη διαφορά του τόλουπ από το άξελ, άλλοι από τα λαστιχένια κορμιά  των αθλητών/τριών κι άλλοι από τα φανταχτερά-κολλητά-διαφανή-στρασάτα-δαντελένια κοστούμια τους (γέλια που έκανα όταν είδα την πρώην αφεντικίνα μου με τέτοιο μπλουζί!).


Να σας πω όμως την αλήθεια; Εμείς τα τέρατα, δεν χαιρόμασταν ποτέ με τα τετραπλά φλιπς, εκτός κι αν αυτά κατέληγαν σε μια θεαματική σαβούρα! Ζευγάρια που τσούγκριζαν, χειρολαβές που γλιστρούσαν, ανεπιτυχή περάσματα κάτω από τα πόδια, μας έκαναν αληθινά ευτυχισμένους! Μα τί κακία πια, ακόμα και τα γκρέμλινς ήταν πιο συμπονετικά από εμάς!


Τα χρόνια περάσανε, νόμιζα ότι η αμαρτία μου ξεχάστηκε, αλλά όχι! Ήρθε η ώρα να πληρώσω, όταν το 2002 βρέθηκα στο Ντελφτ της Ολλανδίας ως ερασμιακός φοιτητής. Δεν είχαμε και πολλά να κάνουμε - ειδικά χειμωνιάτικα - στο κατά τα άλλα πολύ όμορφο χωριό, οπότε περιμέναμε να παγώσουν τα κανάλια για να αρχίσουμε να τσουλάμε. Τί που μου φεύγανε τα πόδια αλλού γι' αλλού, τί που έτρωγα τις τούμπες της αρκούδας, τί μελανιές και γδαρσίματα σ' όλο το κορμί,  λουζόμουν τελικά όλα όσα κορόιδευα! Καλά να πάθω!


Αργότερα, όσο ζούσα στην Αθήνα, πάλι για να γεμίσω τη ζωή μου, για να προσθέσω ρόδες στην κολλημένη, ειδικά στα επαγγελματικά ζωή μου που με έσφιγγε σαν μέγγενη, έψαξα και βρήκα έναν δάσκαλο για πατίνια (!), τον Γιάννη και αρχίσαμε μαθήματα στο Ολυμπιακό Στάδιο. Με τους "συμμαθητές" μου, καλοί τρελοί κι αυτοί, κάθε ηλικίας, φύλου και μπακ γκράουντ, μας συνέδεε η κοινή μανία! Ο Μήτσος, η Ασπασία, η Λίλα (που κουβάλησα για παρέα), ο Αποστόλης, η Άσα, ο Παύλος, η Εμμανουέλα, η Βάλη κι άλλοι πολλοί. Πρακτική τις Τετάρτες κάτω από τη μεταλλική "Αγορά" του Καλατράβα, κόντρες για ξέπιασμα δίπλα στο "Τείχος των Αθηνών", απόδοση τιμών στη σβησμένη από χρόνια δάδα των Ολυμπιακών του 2004. Τα Σαββατοκύριακα κάναμε εξορμήσεις σε πλατείες, πεζόδρομους, εξοχές κι όπου αλλού βρίσκαμε κατάλληλες συνθήκες για να χαρούμε τα πατίνια μας. Μην φανταστείτε όμως ότι είμαι κανένας βιρτουόζος. Αν και για το ρολάρισμα ο Γιάννης με παίνευε, στα σταματήματα ψάχνω ακόμα φράχτη να στουμπίσω.

 
 

Πάλι όμως, για αλλού ξεκίνησα και πάλι αλλού με πήγε το ζαβό μου το μυαλό. 

 

Ήθελα να σας πω για τις προάλλες που είχε τα γενέθλια της η Χεντιγιέ και μας κάλεσε να τα γιορτάσουμε με πιρουέτες στο παγοδρόμιο του Metrocity. 


Δεν ανταποκρίθηκαν πολλοί στο κάλεσμα, "μόνο οι γενναίοι", μου λέει η εορτάζουσα. Στην αρχή πολύ μαγκωμένα (για να μην πω τίποτα άλλο!), σιγά σιγά άρχισα να λύνομαι. Βέβαια κάθε φορά που περνούσε ο Yiğit σφαίρα από κοντά μου, το "ωστικό κύμα" λίγο ήθελε για να με γκρεμίσει.

 

Δεν τα πήγα κι άσχημα όμως τελικά.


Τούρτα δεν είχαν τα γενέθλια, στη θέση της ήρθε μια τσάντα με κιιμαλί πιντέ, ψημένο από τον μπαμπά της Χεντιγιέ, στον ξυλόφουρνο τους στην Σαμψούντα. Από τη λύσσα μου να κάνω κι άλλες στροφές πριν κλείσει η πίστα, πρόλαβα δυστυχώς μόνο ένα κομμάτι :( 


 Εκεί που βάζαμε και πάλι τα "βαρετά" παπούτσια μας, για να επιστρέψουμε στη "βαρετή" ζωή μας, άναψε ένα λαμπάκι στην κεφάλα μου: Αχ και να κάρφωνα ροδάκια στις πατούσες μου και να ξεγλιστρούσα από προβλήματα, να έκανα σβούρες με τους φίλους, επαγγελματικά σάλτα, ερωτικά τόλουπς και να σαβουριαζόμουν στο τέλος σ' ένα λάκκο με ζεστή σοκολάτα και κουραμπιέδες βουτυρένιους..


Μετά έσβησαν τα φώτα. Μας πέταξαν έξω, ήταν περασμένες δέκα.

Αν ενδιαφέρεστε κι εσείς να ασχοληθείτε με το σπορ, μπορείτε να έρθετε σε επαφή με τα παιδιά στην Αθήνα. Είναι πιο εύκολο απ' όσο φαίνεται, τουλάχιστον για να τσουλάς με ασφάλεια.

φθινοπωρινή ενδοσκόπηση

Το μπλογκ ξεκίνησε για πλάκα. Ναι ξεκίνησε για πλάκα, αλλά και λίγο υστερόβουλα:) Γιατί μπορεί να αγαπώ την Πόλη, θα μπορούσα βέβαια, να κρατήσω την αγάπη αυτή μόνο για μένα.

Κάθε φορά όμως, που κάποιος φίλος (ή φίλος του) Την επισκεπτόταν, αναλάμβανα την αγγαρεία να τον κατατοπίσω. Να του δώσω tips για το φαγητό, τα χαμάμ, τα μπαράκια και τα καλλιτεχνικά δρώμενα Της. Εεε, δε γινόταν αυτή η κατάσταση άλλο! Ξανά και ξανά τα ίδια, μια αγχωμένη σύνοψη της χαοτικής μητρόπολης σε 3 σελίδες, καί την Πόλη αδικούσε καί εμένα κούραζε.

"Γιατί να μην αρχίσω να καταγράφω ότι βλέπω, ότι τρώω και πίνω, όποιον cool τύπο γνωρίζω, τις μουσικές Της και τις μυρωδιές Της, σε μια βάση δεδομένων;" σκέφτηκα! Κι αποδείχτηκε μια από τις πιο ώριμες σκέψεις που έκανα ποτέ στη ζωή μου, που ομολογώ ότι δεν φημίζεται κι από μεγάλη ωριμότητα.

Στην αρχή με διάβαζαν οι φίλοι μετά από παραινέσεις, γλειψίματα και απειλές. Σιγά σιγά, ήρθαν κι άλλοι. Και κάποιοι ακόμα, που άκουσαν σε ένα πηγαδάκι για τον τρελό που άφησε τα πάντα για τα κάλλη της Ιστάνμπουλ. Που απαρνήθηκε το γαλάζιο του ελληνικού ουρανού για την ομίχλη Της. Άλλοι, τυχαία google-άροντας ξεβράστηκαν στις όχθες του μπλογκόνησου και ευτυχώς γλυκάθηκαν από τα φρούτα και τα μπαχαρικά που βρήκαν εκεί και κόλλησαν.

Πόσο πολύ χαίρομαι κάθε φορά που λαμβάνω ένα κόμεντ ή μέιλ σας. Είτε για να με ρωτήσετε κάτι, είτε για να προσθέσετε μια δική σας εμπειρία, άλλες φορές να επικροτήσετε κι άλλες να διαφωνήσετε (αυτά να τα κόψετε σιγά σιγά, ακούτε;) με τις ξερολιάσεις μου.

Και δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι είμαι ετερόφωτος. Ναι, δεν έχω δική μου λάμψη. Εσείς μάλλον το ξέρατε από την αρχή, εγώ άργησα να το καταλάβω. Η αλήθεια του μπλογκ πηγάζει από την ίδια την Πόλη και μόνο από Αυτήν!

Κάποιοι λέει, επικοινωνούν με τα πνεύματα των πεθαμένων, άλλοι με τα ζώα. Στη δική μου περίπτωση η Κακούργα με υπνωτίζει και μέσα από το μικρό μου στοματάκι βγαίνει το ρέψιμο του μουστακαλή ταξιτζή, το τσιτωμένο στομαχάκι μου φουσκώνει σαν τον τεράστιο σκεμπέ του μανάβη, του βοσπόρου οι άνεμοι παίρνουν το καστόρινο παλτό μου, όπως και τις μούσλιμ-σικ καμπαρντίνες των γειτονισσών, στα γόνατα μου εμφανίζονται στα καλά καθούμενα γρατζουνιές, κάθε φορά που τα παιδάκια του μαχαλά τρων τα γόνατα τους στο ποδόσφαιρο.

Όλα τα παραπάνω μπορεί να μην υφίστανται. Να τα βλέπω μόνο εγώ. Το πιο πιθανό μάλιστα, είναι να ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν. Στο σύμπαν της Πόλης. Αν έχετε όρεξη ακολουθείστε με. Άστε όμως τον τρελό στην τρέλα του. Ή καλύτερα στην τρέλα Της..

σεκέρ αναμνήσεις

Ο λαός λέει: "μην τάζεις σε άγιο και σε μικρό παιδί". Εγώ θα συμπλήρωνα, "ούτε και στους αναγνώστες του μπλογκ σου". Αλλά το κάνω, δεν κρατιέμαι και το κάνω ρε γαμώτο. Τί που θα κρατούσα το ορούτς, φευ, ούτε για μια ημέρα δεν έραψα το στοματάκι μου! Τί που θα σας έστελνα ανταπόκριση από τα δημόσιας δαπάνης ιφτάρ, δε βόλεψε να παρευρεθώ ούτε σε ένα! Για πολλοστή φορά, η Πόλη με ξεπέρασε, μου έδειξε ότι Αυτή έχει το πάνω χέρι στη διάθεση μου, Αυτή είναι που ρυθμίζει το πού θα πάω και τί θα κάνω. Για να αναπληρώσω κάπως τη χασούρα, τί θα λέγατε να σας σερβίρω μια "κονσέρβα μπαϊραμιού", για να μη σας αφήσω και νηστικούς;


Η κονσέρβα κάνει ποπ..και πετάγονται αναμνήσεις από το Σεκέρ Μπαϊράμ του 2004, όταν με προσκάλεσε ο Έμρα (1, 2, 3), στο πατρικό του στο Ερελί στη Μαύρη Θάλασσα, για να το γιορτάσουμε οικογενειακά. Δεν είμαι σίγουρος για τα ονόματα των γονιών του (μάλλον Μεμέτ μπέι και Σαμέρ χανούμ), θυμάμαι όμως τη ζεστασιά με την οποία με αγκάλιασε η μάνα του, το χαβαλέ που κάναμε με τον μπαμπά του στο σαλόνι, την περιέργεια του μικρού Οζάν να γνωρίσει τον αλλόκοτο ξένο, που τους κουβάλησε ο μεγάλος αδερφός από την Πόλη.

 

Το Σεκέρ Μπαϊραμί κρατά 3 ημέρες (9-11 Σεπτ για φέτος) κι επειδή έπεται του μήνα της νηστείας λέγεται και Ραμαζάν Μπαϊραμί. Το περάσαμε, ως είθισται, με επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους. Πήραμε σβάρνα  θειάδες, συννυφάδες και γιαγιάδες. Για καφεδάκι και λοκούμ στην αδερφή του μπαμπά Μπανού χαλά, μετά τραπέζωμα στην αδερφή της μαμάς την Χαντισέ τεϊζέ, το βράδυ όλοι μαζί στη γιαγιά και τον παππού. Να τους φιλήσουμε το χέρι, να δεχθούμε τις ευχές τους για υγεία και καλή πρόοδο, αλλά περισσότερο για να είμαστε καλοί άνθρωποι. Όχι απαραιτήτως και καλοί μουσουλμάνοι. Αυτό έρχεται μετά. Οι μεγάλοι στο ντιβάνι, οι μικρότεροι καταγής στην πράσινη βελέντζα, στη γωνιά η ξυλόσομπα να μπουμπουνίζει και πάμε όλοι μαζί ένα τραγούδι. Φάλτσος ή καλλίφωνος, ξέροντας τα λόγια ή μόνο ανοιγοκλείνοντας το στόμα σου, χτυπώντας παλαμάκια, ή το παλιό ξύλινο σεντούκι για να κρατάς τον ρυθμό, γίνεσαι εύκολα κι εσύ  μέλος της φαμίλιας. Άλλωστε, "ξένος" παραμένεις, μόνο αν το επιδιώξεις. 


Αφού εξαντλήσαμε όλο το συγγενολόι, ήρθε ο καιρός για sightseeing. Στο Ερελί θα μου πείτε; Ναι στο Ερελί, που αν και δεν καταλάβαινα τότε που βρισκόμουν, όσο πλούσια κι αν ήταν η συλλογή του Αρχαιολογικού Μουσείου του, που ξεχείλιζε με αμφορείς, ασημένια νομίσματα και καλοχτενισμένες κόρες...


Όσο εντυπωσιακά κι αν ήταν τα εναπομείναντα κομμάτια των θεόρατων τειχών...

 

Όσο κι αν ο κόλπος τσίριζε ότι εδώ πρέπει να ήταν ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια  της Μαύρης Θάλασσας, πέρασαν χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι βρέθηκα στη διάσημη Ηράκλεια του Ευξείνου Πόντου!


Κι όταν πια η μισή πόλη έμαθε ότι η οικογένεια Γκιουρντάλ έχει έναν Έλληνα μουσαφίρη, όταν πετυχαίναμε ξανά και ξανά τους θείους και τα  ξαδέρφια τυχαία στα σοκάκια, τότε έφτασε η ώρα να πάρω το δρόμο της επιστροφής για την Πόλη.


Έχοντας κάνει μια βαθιά βουτιά στο Μπαϊράμι της Ζάχαρης. Στην αλήθεια του, την πασπαλισμένη με άχνη, ροδόνερο και αγκαλιές. Τελικά αξίζει τον κόπο να ξελιγώνεσαι για έναν ολόκληρο μήνα. Η ανταμοιβή είναι μεγάλη. Ελπίζω απ' τη μεριά της δε, η κονσέρβα που σας σέρβιρα, να μην ήταν τόσο κακή. Για ένα πράμα άλλωστε να είστε σίγουροι, ότι δεν είχε καθόλου συντηρητικά. Διατηρήθηκε φρέσκια, καλυμμένη μόνο με το χοντρό αλάτι της νοσταλγίας.

όποιος χάνει στο μπάσκετ..

..κερδίζει στην αγάπη. Έτσι δεν λέει η γνωστή έκφραση ή πάλι τα μπέρδεψα;


Τις προάλλες μαζευτήκαμε στο σπίτι, για να παρακολουθήσουμε τον κρίσιμο αγώνα της Ελλάδας, για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Μπάσκετ, εναντίον της Τουρκίας:
  • Τρεις συγκάτοικοι εμείς: 2 έλληνες - 1 τουρκάλα (η Ιπέκ), ως τώρα καλά πάμε!
  • Τρεις κι οι φίλοι που μας ήρθανε, όλοι όμως τούρκοι!
  • Αποτέλεσμα έλληνες-τούρκοι : 2-4, ως φίλαθλοι τουλάχιστον ξεκινήσαμε άσχημα απ' την αρχή, αλλά μην ξεχνάτε "παίζαμε" και στην έδρα τους!
 

Ο αγώνας γρήγορα έδειξε να "κλίνει προς Ανατολάς," όσο άσχετος κι αν είμαι, το ψυχανεμίστηκα. Αυτό που μ' έκανε να ξεχάσω τη στενόχωρη έκβασή του όμως, ήταν το πάθος της Σταυριανής, πότε αληθινό - μιας και η Μάνη στο DNA της δύσκολα κάθεται στ' αυγά της, πότε θεατράλε - μιας και βρήκε ευκαρία να πικάρει τους τούρκους καλεσμένους. Μεταξύ μας βέβαια, αυτοί δεν είχαν καμιά καϊλα να κοκορευτούν και να πανυγηρίσουν. Απλώς υποστήριζαν την ομάδα τους και χάρηκαν με το αποτέλεσμα. Ιδού η παθιασμένη περιγραφή του αγώνα από τη φερέλπυ αθλητικογράφο Σταυριανή Ζ., η οποία θα έκανε μεγάλη εντύπωση άμα έσκαγε στο γήπεδο με  τα δαντελένια γάντια και το βελούδινο καπέλο της:


Τα "γαλλικά" που της ξέφυγαν (και κόπηκαν στο editing) και οι επευφημίες που εναλλάσσονταν με κράξιμο, με κάνουν να γελώ μπιγκ τάιμ.
Related Posts with Thumbnails