είμαστε καλά

Επειδή δεν θέλω να γίνονται εκρήξεις στην Πλατεία Τάξιμ κι εσείς να βλέπετε στην αρχική σελίδα του μπλογκ γυαλιστερούς κιοφτέδες - ναι μεν ζω στον κόσμο μου, αλλά με καίει οτιδήποτε συμβαίνει σ' αυτήν την Πόλη - θα ήθελα να σας ενημερώσω για μια βομβιστική επίθεση στο κέντρο Της, που έλαβε χώρα σήμερα γύρω στις 10:30 το πρωί. Ευτυχώς, είμαστε καλά. Τουλάχιστον οι φίλοι και γνωστοί μου, απ' όσο μπορώ να γνωρίζω.
πηγή: www.hurriyetdailynews.com
Σύμφωνα με την ως τώρα ενημέρωση, ένας άνδρας ζωσμένος με εκρηκτικά "έσκασε" μπρος στις αστυνομικές δυνάμεις που περιφρουρούν την πλατεία. Είκοσι δύο οι τραυματίες, δέκα από αυτούς αστυνομικοί.
πηγή: www.demotix.com
Χωρίς να θέλω να γίνομαι δραματικός, στις 9:00 το πρωί περίμενα δυο φίλους, 30 μέτρα από το σημείο της έκρηξης. Μετά από ένα χορταστικό πρωινό στο Μπεσίκτας, επιστρέφαμε με ταξί στην πλατεία για να συνεχίσουμε τη βόλτα μας, απολαμβάνοντας την ηλιόλουστη ημέρα μετά από μια εβδομάδα καταιγίδων, όταν μου τηλεφώνησε η Σταυριανή και μου είπε τα μαντάτα. Ο προορισμός άλλαξε, τα τηλέφωνα πήραν φωτιά, η καρδιά ολονών μαύρισε.
πηγή: www.reuters.com
Γιατί ρε γαμώτο να συμβαίνουν αυτές οι ιστορίες; Μπορείς να διεκδικήσεις το δίκιο σου κι αλλιώς, κάνω λάθος; Χωρίς να έχω καμία διάθεση για χαριστωμενιές και λογοπαίγνια, η Πόλη πολλές φορές είναι περισσότερο εκρηκτική απ' όσο μπορώ να αντέξω.

ο γυαλιστερός κιοφτές

Σας έχω ξαναπεί πόσο πολύ μου αρέσει ο κιοφτές. Τη μια είναι του δρόμου, την άλλη πρώτης ποιότητας, πότε ξεριζωμένος και άλλοτε Θείος. Τον ψάχνω τον καλό κιοφτέ, ρωτάω φίλους να μου πουν, πού τον απολαμβάνουν καλύτερα, για να διευρύνω τους γευστικούς μου ορίζοντες και να κάνω τους σιελογόνους μου αδένες να παραληρήσουν. Εδώ και 4 μήνες που μετακόμισα στο Φιρούζ Αγά, περνούσα μπροστά από το κιοφτετζίδικο, απέναντι από το τζαμί του Τσουκούρτζουμα και όλο έλεγα να μπω. Πάντοτε όμως κάτι θα συνέβαινε και θα το προσπερνούσα. Το περασμένο Σάββατο ξύπνησα αποφασισμένος. Θα ντερλικώσω στο Çukurcuma Köftecisi, είπα και ευτυχώς το 'κανα!


Ήταν η μέρα των σπεσιαλιτέ, μπορέκι με καπούσκα (λάχανο γιαχνί),


καντίν μπουτού κιοφτέ (γυναικεία μπούτια σημαίνει αυτό!)

 

και μουτζβέρ (κολοκυθοκεφτέδες)


Όσο κι αν ήθελα να παρατείνω τη λαχτάρα μου για τον πραγματικό λόγο που κουβαλήθηκα εκεί, δεν συγκρατήθηκα όταν στο τραπέζι προσγειώθηκε ο σταρ του γεύματος, γυαλιστερός-γυαλιστερός.


Άλλο να σας τον περιγράφω κι άλλο να τον τρώτε. Ζουμερό τον θες; Είναι. Αφράτο τον θες; Και πάλι είναι. Όσο πρέπει λιπαρός; Ξαναματαείναι! Το δε πιλάφι που τον συνόδευε, βουτυράτο αλλά σπυρωτό, αμβροσία σκέτη, παρόλο που το ρύζι δεν είναι το  παραδοσιακό συνοδευτικό του κιοφτέ, όπως τα φασόλια πιαζ. Παραγγέλοντας και δεύτερη μερίδα (θα την ήθελα λίγο μεγαλύτερη ομολογώ), δίνω τα συγχαρητήρια μου στον καλλιτέχνη που τους σμιλεύει. Στον μπαμπά μιας χαρούμενης οικογένειας, της οποίας όλα τα μέλη βοηθούν. Η μαμά στα ορεκτικά και τα δυο παιδιά στο σέρβις.


Γέννημα θρέμμα του Τσουκούρτζουμα, έπαιζε μικρός με τα πολλά Ρωμιόπουλα που ζούσαν εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά. Θυμήθηκε την Τούλα, το Νικήτα και τον Κώστα.  Πόσο τυχερά παιδάκια θα ήταν, αν του έδιναν το ρόλο του μάγειρα στα παιχνίδια τους. Γεια στα χέρια σου αδερφέ μου, να 'σαι γερός και να μας φτιάχνεις πάντα τέτοιους κιοφτέδες!

Κωνσταντινούπολη

Το ποστ πρωτο-αναρτήθηκε στο μπλογκ Driving Under Influence, που γράφει ο Γκόργκο, ένας φίλος από τα παλιά. Τον ευχαριστώ για την παραχώρηση της άδειας αναδημοσίευσης.
 
 
 
Η απόφαση για Κωνσταντινούπολη πάρθηκε γρήγορα: πάμε κάπου διαφορετικά, κάπου πέρα από τον δυτικό κόσμο! Ε όχι και εντελώς, πάμε κάπου να τα συνδυάζει λιγάκι, κάπου να χαθούμε αλλά αν όντως χαθούμε να μπορούμε να βρούμε και τον δρόμο μας. Ναι αλλά η πόλη είναι τεράστια, που να πρωτοπάς πέρα από τα κλασσικά αξιοθέατα? Εμ για αυτό έχουμε τον Αγγελή εκεί, τόσο καιρό γυροφέρνει στα στενά της και θα μοιραστεί μαζί μας κανα δυο κρυμμένα μυστικά.
 

Λεωφορείο και αεροπλάνο συναντήθηκαν στο Ατατούρκ, διαμονή στο υπέροχα διακοσμημένο Santa Hill με θέα την αδιάκοπη κίνηση της Tarlabasi Bulvari, λίγη μεσημεριανή ξεκούραση και η πρώτη βόλτα αποφασίστηκε: κάθοδος της Istiklal με αφετηρία την πλατεία Ταξίμ. Ζαλιστήκαμε από τον κόσμο, μαγαζιά παντού και δεξιά αριστερά στενάκια με διάφορα μικρά μαγαζάκια που σίγουρα κάτι καλό θα έκρυβαν. Κάπου δεξιά στην ψαραγορά φάγαμε θεσπέσιο σουβλάκι (καλαμάκι για άλλους) με μύδια. Τους υπόλοιπους μικροπωλητές φαγητών τους δοκιμάσαμε άλλες μέρες. Συνεχίζοντας σε έναν ακόμα καλντερίμι - πεζόδρομο γεμάτο με μαγαζάκια από μουσικά όργανα καταλήξαμε τυχαίως στον πύργο του Γαλατά. Η Πόλη από ψηλά είναι ακόμα πιο μεγαλοπρεπής, ουρανοξύστες στο βάθος, γειτονιές και σπιτάκια το ένα πάνω στο άλλο αλλού, Βόσπορος, Κεράτιος, όλα απλωμένα σαν gozleme από αυτές που έφτιαχναν κάτι κυρίες στην βιτρίνα υπέροχου εστιατορίου κάπου δίπλα από το πάρκο Gulhane, όπου αράξαμε στις μαξιλάρες και φάγαμε σαν πασάδες.

 Αναμιγνύοντας τις επόμενες μέρες από εδώ και πέρα, έχουμε και λέμε: Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί, Τοπκαπί, Μεγάλη Αγορά, βόλτα στον Βόσπορο στην δύση του ήλιου (για να είναι και πιο εντυπωσιακή η γέφυρα του Βοσπόρου με τα φώτα που αλλάζουν χρώμα), είδαμε τα πιο βασικά αξιοθέατα και σε κάθε κενό το roaming έπαιρνε φωτιά: Αγγελήηηηηηη που να πάμε? τι να φάμε? Αχ αυτά τα παιδιά θα σκέφτηκε, δεν το μελέτησαν το Αngelis and the Ιstanbul. Οπότε μας συνάντησε κάπου στα Εξάρχια / Κολωνάκι της Πόλης (λέμε τώρα), το Cihangir και με μια μικρή όμορφη βόλτα στους γύρω δρόμους, καθήσαμε για τσαγάκι σε έναν δρόμο-βεράντα: μπροστά μας το τζαμί Nusretiye, η θάλασσα και η περιοχή του Σουλταναχμετ στο βάθος. Φωταγωγημένα και με γεύση πορτοκάλι παρακαλώ.


Φυσικά η πρώτη μας ερώτηση-απαίτηση ήταν “θέλουμε ένα ωραίο πρωινό!” και ο Αγγελής μας αποζημίωσε: Lades και με το μενού στα Τούρκικα, απλά δώσαμε το σκονάκι-παραγγελία και καταβροχθίσαμε τα πιάτα μας ορεξάτοι. Το ίδιο απόγευμα πήγαμε στο Cemberlitas, γνωστό και μεγάλο χαμάμ για μια ώρα χαλάρωσης, ζέστης και ξεκούρασης. Βέβαια το μασάζ δεν το φαντάζεσαι από τον μουστακαλή ονόματι θαρρώ Γιουνούς (σ.Α. που σημαίνει παρεπιμπτόντως και δελφίνι) ο οποίος με λίγη ακόμα πίεση θα με έκανε κοντοσούβλι και κιοφτέδες, αλλά εντέλει η δουλειά έγινε και μέχρι να τελειώσει το Nayaki από το γυναικείο τμήμα, έπινα ήδη το τσαγάκι μου στον κεντρικό θάλαμο υποδοχής. Με ένα ακόμη τηλέφωνο κανονίσαμε και την βραδινή διασκέδαση. Και τι διασκέδαση!
 

Τρεις Τούρκοι και ένας Έλληνας αποτελούν τους Tatavla Κeyfi και οι μουσικές τους μετέτρεψαν εύκολα το Kumbara σε ένα ρεμπέτικο πάρτι, η μικρή πίστα γεμάτη ενώ εμείς χορεύαμε επι τόπου. Χίλια ευχαριστώ και στην Alev που έκανε τα πάντα να μας βολέψει και τα κατάφερε! Μετά από τόσο αυθεντικό τσακίρ κέφι η βραδιά (όπως και κάθε βραδιά) έκλεισε με γλυκό: σιροπιαστά, καζάν ντιπί αλλά κυρίως αυτό το αιθέριο ονειρικό παραδεισένιο ριζόγαλο, να αναπληρώσει το χαμένο ζάχαρο της ημέρας. Μέχρι το επόμενο μεσημεριανό κιουνεφέ βέβαια.
 
 
Οι θεοί βοήθησαν και η φωνή του roaming πήρε ξανά σάρκα και οστά μπροστά μας. Έτσι ξεκινήσαμε με τον Αγγελή για μια βόλτα από το Πατριαρχείο, το επιβλητικό κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και σε γειτονιές μικρές, γεμάτες απλούς θρησκευόμενους ανθρώπους και παιδιά στους δρόμους, μαγαζιά με απίστευτα υπερπαραγωγές - νυφικά, κρεοπωλεία, πλανόδιους πωλητές και πολλές μπούρκες.


Ο Αγγελής μας ανέβασε στο τζαμί του Yavuz Sultan Selim, ένα τζαμί ψηλά, με θέα την πόλη και όμορφο κήπο με παγκάκια τριγύρω, αλλά τελικά μια παρέα από διαβολάκους πιτσιρίκους ολίγον τι φωνακλάδες δεν μας άφησε να απολαύσουμε με την ησυχία του. Τα τείχη του υδραγωγείου μας οδηγήσανε στο προαναφερθέν κιουνεφέ (είδος σιροπιαστού κανταϊφιού με γέμιση dil peyniri, κάτι σαν κασέρι) με παγωτό φιστίκι που ήταν πραγματικά fistikicious, συνοδευόμενο ξανά από τσάι και τούρκικο καφεδάκι. Οπότε με ένα καλό χαρμάνι ναργιλέ θα κατέληγε όμορφα το απόγευμα, τουμπεκί ψιλοκομμένο δεν ξέρω αν ήτανε αλλά μια χαρά ξεχαρμανιάσαμε, χαλαρώσαμε και συζητήσαμε περί -καπνού μέσω- υδάτων και ανέμων. Χαιρετίσαμε τον Αγγελή δίνοντας ένα αόριστο ραντεβού επανασυνάντησης στην Πόλη που τον κέρδισε.
 

Το βραδινό μας σερβιρίστηκε σε ένα τεράστιο ταψί-τραπέζι κάπου στα στενά της Istiklal και μετά ακολούθησε μπυρίτσα παραδίπλα, βλέποντας δυο τύπους (φωνή-κιθάρα κ σαξόφωνο) που έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό ξεσηκώνοντας το λιγοστό κοινό. Live εκεί που δεν το περιμένεις! Άντε μια πουτίγκα βανίλια ακόμα και λέμε το τελευταίο καληνύχτα στη Πόλη.

Φυσικά και φεύγοντας είπαμε “θα ξαναπάμε”, τέτοια Πόλη δεν βλέπεται έτσι απλά και γρήγορα. Πήραμε μια πρώτη γεύση, ένα μικρό ορεκτικό για να ακολουθήσουν ακόμα περισσότερα γιαουρτλού κεμπάπ και σάντουιτς με ψάρι.


 
 
 
 
 
 
 
 ΥΣ. Τόσο τσάι που ήπια, θα μου φαίνεται παράξενο πλέον το τιμόνι στα αριστερά.

βγήκε η ψείρα στο τζαμί

Ένα από τα πιο όμορφα τζαμιά της Πόλης, βρίσκεται κάτω από τη μύτη μας, δίπλα από το Παζάρι των Μπαχαρικών (ή αλλιώς Αιγυπτιακή Αγορά) στο Εμινονού, αλλά ίσως επειδή το μέγεθός του δεν είναι επιβλητικό και ο μοναδικός του μιναρές δεν του προσδίδει κύρος,  το σνομπάρουμε επιδεικτικά. Κι όμως, σας πληροφορώ ότι το Ρουστέμ Πασά Τζαμί, που στέκει εκεί ταπεινά και χωρίς φανφάρες, αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα του Σταρ Άρχιτεκτ της Οθωμανικής Περιόδου, του Σινάν.


Στο σχεδιασμό του, ο Μιμάρ Σινάν έδωσε τα ρέστα του, με αποτέλεσμα να διαφέρει από τα περισσότερα έργα του ίδιου, αλλά και τα υπόλοιπα τεμένη της Πόλης. Για παράδειγμα, δεν είναι χτισμένο στο επίπεδο του εδάφους, αλλά πάνω από έναν λαβύρινθο μικρομάγαζων και υπαίθριων αγορών, οπότε το προσεγγίζεις από πέτρινες σκάλες στις τέσσερεις γωνίες του, τα ημιθόλια του δεν ανοίγονται κατά τους δύο κύριους άξονές του, αλλά κατά τις διαγωνίους, ενώ βρίθει και από πολλές ακόμα τσαχπινιές. Εκεί που ο μάγκας όμως τα σπάει, είναι η - σχεδόν σε υπερβολικό βαθμό - επένδυσή του, με κεραμικά πλακίδια Ιζνίκ που το καθιστούν ένα πραγματικό Μπλε Τζαμί!


Τόσο το εσωτερικό, όσο και η πρόσοψη, είναι ντυμένα με πλακίδια κατασκευασμένα την καλύτερη εποχή των εργαστηρίων της Νίκαιας (εις Νίκαια λέγανε στα Ελληνικά κι έτσι προέκυψε το Τουρκικό όνομα της πόλης), μεταξύ του 1555-1620. Για όποιον έχει διάθεση να μάθει περισσότερα για το στολίδι αυτό, μπορεί να βρει πολλές πηγές - μία από τις πιο γλαφυρές είναι ο Τζον Φρίλυ - εγώ όμως θα ήθελα να εστιάσω "σε μια ασυνέχεια", "σε ένα λάθος", σε μια γωνιά του, που καταστρέφοντας την αρμονία του συνόλου, φανερώνει τη μοναδικότητά του. Η εξωτερική γωνία του, κάτω από το περιστύλιο με τη θολωτή βεράντα, που φαίνεται στην πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης, αποτελεί το αγαπημένο μου σημείο. Στη δεύτερη  κάνω ζουμ, και στις φωτογραφίες που ακολουθούν "κόβω" τη ζουμαρισμένη φωτό στα 4, για να σας δώσω να καταλάβετε ότι πρόκειται για μια σωστή τρικυμία εν κρανίω!


Και τι έχουν να κάνουν όλα αυτά με τις ψείρες και τις κόνιδες, θα μου πείτε. Για ακούστε:  Ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, είχε μια κόρη τη Μιχριμά Σουλτάν, την οποία αποφάσισε να δώσει για σύζυγο στον τότε διοικητή του Ντιγιαρμπακίρ, τον Ρουστέμ Πασά. Οι εχθροί του όμως στο παλάτι (καλό τσανάκι θα ήταν και του λόγου του), έβγαλαν τη βρώμα ότι είχε λέπρα (ακούω ότι το Νησί έχει τρελάνει την AGB στην Ελλάδα). Όταν λοιπόν, τον εξέτασαν οι γιατροί του Σουλτάνου, τον βρήκαν πατόκορφα γεμάτο με ψείρες! 

 
Στηριζόμενοι έτσι, στις επικρατούσες αντιλήψεις της εποχής, σύμφωνα με τις οποίες οι ψείρες προτιμούν μόνο τους υγιείς, τον διέγνωσαν περδίκι! Παντρεύτηκε λοιπόν τη Μιχριμά και έγινε ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άσχετα αν οι κακεντρεχείς τον αποκαλούσαν πλέον: Η τυχερή ψείρα! Συμπλήρωναν, πως αν κάποιος είναι κ@#$φαρδος, ακόμα και οι ψείρες του, τού φέρνουν έξτρα καλοτυχία. Αυτός που λυπάμαι εγώ βέβαια, είναι ο κακομοίρης ο Σινάν που ανέλαβε τον άχαρο ρόλο να σχεδιάσει με την καρδιά σμπαράλια, μιας και αγαπούσε κι ίδιος τη Σουλτανίτσα,  ένα γυαλιστερό τζαμί για τον αντίζηλό του. Πόσο θα ευχόταν να έπεφταν κάποια από τα -υπολογίζονται σε πολλές χιλιάδες - πλακάκια να πλακώσουν τον άτιμο που του 'φαγε την γκόμενα!
Related Posts with Thumbnails