σήμερα είσαι, αύριο γιοκ!


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, ο οποίος κυκλοφορεί κάθε Πέμπτη σε 500 σημεία της Θεσσαλονίκης, στο φύλλο της 6ης Οκτωβρίου 2011. Δυο φορές το μήνα, θα διαβάζετε τις "ανταποκρίσεις" του Αγγελή στο φύλλο της εφημερίδας, οι οποίες εκ των υστέρων θα δημοσιεύονται και στο μπλογκ.

- τί είναι ο άνθρωπος; (δις)
- αμάν ρε Αγγελή το πες μια φορά δε σ' αντέχω, μην το ξαναπείς!
- αμ θα το ξαναπώ αγαπητοί μου, θα το ξαναπώ!
- τί είναι ο άνθρωπος; (δις), ένα τίποτα!


Όλοι μας έχουμε ξεστομίσει την παραπάνω κοινοτοπία, όπως επίσης κάθε που πετυχαίνουμε στο δρόμο μια νεκροφόρα, φτύνουμε στον κόρφο μας και ξύνουμε τ' απόκρυφά μας! Φυσικά, όλα αυτά τα θεατράλε, αν ο νεκρός δεν είναι φίλος ή κοντινός συγγενής μας, γιατί τότε τα πράματα είναι ζόρικα.

Ήξερα ότι οι μουσουλμανικές κηδείες, έχουν διαφορετικό διαδικαστικό από τις χριστιανικές, αλλά δεν είχα παρευρεθεί έως τώρα σε καμία. Το τελευταίο διάστημα όμως, σα να 'πεσε περονόσπορος και "προσκλήθηκα" σε 3 απανωτές, ώσπου εμπέδωσα τις διαφορές. Πρώτη και κύρια, το φέρετρο δεν εισέρχεται στο τζαμί και η νεκρώσιμος ακολουθία λαμβάνει χώρα στο προαύλιο. Δεύτερη, ο νεκρός θάβεται χωρίς το φέρετρο, καλυμμένος σε λευκό σάβανο. Τρίτη και σίγουρα ΠΙΟ κύρια, δικαίωμα να προσευχηθούν μπρος στο νεκρό έχουν μόνο οι άντρες, με τις γυναίκες να καλύπτουν το κεφάλι και να παρακολουθούν από απόσταση, κάνοντας απλώς δεήσεις με κλειστές τις παλάμες! Ούτε θέλω να φανταστώ την περίπτωση μάνας που έχασε το μονάκριβο παιδί της και δεν της επιτρέπετε να αγκαλιάσει το άψυχο κορμί του. Επειδή όμως πιάνεται η καρδιά μου και μόνο που το σκέφτομαι, ας επιστρέψουμε στο χωροθετικό κομμάτι της κηδείας.

Τις περισσότερες φορές, η μαρμάρινη βάση που τοποθετείται το κιβούρι βρίσκεται στο προαύλιο του τζαμιού, το οποίο με τη σειρά του συνήθως περιφράσσεται. Όχι πάντα όμως. Κι εδώ ερχόμαστε στο θέμα μας! Στην περίπτωση του Φιρούζ Αγά, του τζαμιού της ενορίας μας δηλαδή, τον προαύλιο χώρο καταλαμβάνουν 4 καφέ/εστιατόρια και το μάρμαρο έχει ολόγυρά του τραπεζοκαθίσματα. Τις περισσότερες ώρες, πεινασμένες μασέλες ανοιγοκλείνουν θορυβωδώς, καλαμάκια στουμπώνουν από παχύρρευστο αϊράν, ακούς συνεχώς πνιχτά ρεψίματα! Όταν όμως γίνει το κακό και κάποιος φύγει για το μεγάλο ταξίδι (ενίοτε από τις φραγμένες αρτηρίες λόγω των βουνών κεμπάπ) το σκηνικό αλλάζει. Όχι και πολύ βασικά, απλώς τα τριγύρω τραπέζια μαζεύονται, το γκαρσόν αφήνει το δίσκο σερβιρίσματος και πιάνει τη σκούπα, βρέχει και με λίγο νεράκι για να μην κολλάνε τα χυμένα τσάγια.

Η νεκροφόρα έρχεται, η εγκιβωτισμένη σωρός αποτίθεται στο μαρμάρινο θρόνο της, ο ιμάμης ξεκινά τις προσευχές για το καλό κατευόδιο, οι άρρενες συγγενείς / φίλοι κοντεύουν, οι θήλεις αλάργα και αυτό είναι όλο. Υπόθεση 15 λεπτών.

Η ζωή γυρίζει στους συνήθεις ρυθμούς. Τα τραπεζάκια επιστρέφουν, τα μάγουλα ξαναμπουκώνουν, το ίδιο και τα ρεψίδια. Παρόλες τις ενστάσεις, η απλότητα της τελετής και η βραχεία διάρκειά της είναι ανακουφιστικές. Μια ψυχή που 'ναι να βγει, ας βγει μια ώρα αρχύτερα δε λένε; Και πόσο μάλλον δε, αν η ψυχή ήδη έχει βγει. Σόρρυ για το μακάβριο του θέματος, αλλά να μην τα ξαναλέμε:
- τί είναι ο άνθρωπος; (δις)
Başınız sağolsun, ζωή σε λόγου σας..

Το σάουντρακ της ανάρτησης επιλέχθηκε από τον αγαπητό φίλο Τένσι που θα γεράσουμε στο ίδιο σπίτι, μαζί με ακόμα 2-3 παράξενους τύπους & μπόλικες γάτες να μας περιτριγυρίζουν. Όπως σχολιάζει κάτω από την αναδημοσίευση στο FB: "Όσο σκέφτομαι ότι τρώγαμε, πίναμε και γελούσαμε εκεί όπου σε κάποια άλλη στιγμή ήταν ένα φέρετρο ανατριχιάζω!". Ευχαριστούμε για την Diamanda, Τένσι!


μάγια στο Καράκιοϊ


Συμφωνούμε όλοι φαντάζομαι ότι όταν επισκεπτόμαστε μια χώρα, καλό είναι να εισχωρούμε στην κουλτούρα της μέσω (και) του γαστριμαργικού της πολιτισμού. Στην Ιστάνμπουλ, μπορεί η πλειοψηφία των αυθεντικών γεύσεων να μαγειρεύεται σε μικρούλια φαγάδικα όπου συνωστίζονται ντόπιοι και είναι και φτηνά, αλλά υπάρχουν και άλλα που προσεγγίζουν την παραδοσιακή κουζίνα με μια φρέσκια ματιά, σε πιο εκλεπτυσμένο περιβάλλον, αλλά με τσιμπημένες τιμές. Δεν θα μπατάρεις βεβαίως οικονομικά, αν ξοδέψεις μια φορά λίγα παραπάνω για να φας κάτι ιδιαίτερο. Αρκεί βέβαια να το αξίζει. Ελάτε να βάλουμε στο καντάρι ποιότητας/τιμής το Maya Lokantasi στο Καράκιοϊ. Βρίσκεται πολύ κοντά στη γέφυρα του Γαλατά, καμιά πενηνταριά μέτρα από τον διάσημο μπακλαβατζή Güllüoglu.


Η Didem, η νεαρή σεφ και ιδιοκτήτρια του εστιατορίου, μετά την αποφοίτησή της από το Γαλλικό Ινστιτούτο Μαγειρικής της Νέας Υόρκης, δούλεψε σε εστιατόρια του εξωτερικού και της Πόλης, πριν ανοίξει το Maya την Άνοιξη του 2010. Από τους πρώτους μήνες κιόλας, οι κατσαρόλες, τα τηγάνια και τα κοφτερά μαχαίρια της, άρχισαν να απασχολούν τα διεθνή και εγχώρια μέσα, αφού έδειχνε ότι έχει κάτι νέο να πει.  Ακούστηκε στην πιάτσα, πως η σφριγηλότητα των πιάτων της δεν οφειλόταν σε μπότοξ, αλλά μάλλον σε ολικό λίφτινγκ...μαζί και με λιποαναρρόφηση.


Πολλές φορές ξεκίνησα να πάω, αλλά πότε με μούδιαζε η νεωτερίστικη προσέγγιση, πότε η παρέα ξινιζόταν για τις τιμές εκτός μπάτζετ, μια Δευτέρα βράδυ το πήρα απόφαση, έλα ντε που είναι η μοναδική εβδομαδιαία σταλιά ξεκούρασης της κουζίνας! Να μην τα πολυλογώ, οι συνεχείς αναβολές μου έσπασαν μεν τα νεύρα, μου βγήκαν δε σε καλό. Δυο αγαπητοί φίλοι μου έκαναν δώρο γενεθλίων ένα δείπνο για δύο. Να είναι καλά τα παιδιά! Ρομαντικό δείπνο για δύο, αλλά μόλις το προηγούμενο απόγευμα είχαν γκρεμιστεί τα πάντα στη ζωή μου, αφήνοντάς με μετέωρο και τσακισμένο... Το κενό ήρθε να καλύψει η καλή μου η Σταυριανή. Δεν τη χάλασε εδώ που τα λέμε! Ούτε που λυτρώθηκα από το δεσμό που ούτως ή άλλως δεν ενέκρινε, ούτε για το δείπνο φυσικά! Ντυθήκαμε, στολιστήκαμε και κατηφορίσαμε (με ταξί) για το Maya. Ο κατάλογος μικρός - μια σελίδα όλα μαζί: Ορεκτικά / Κυρίως / Γλυκά - μας κάνει καλή εντύπωση. Οι εποχές των δωδεκάτομων εγκυκλοπαιδιών με της Παναγιάς τα μάτια, είναι ξεπερασμένες, δε συμφωνείτε; 

  • Για πρώτα, παραγγέλνουμε κολοκυθοκεφτέδες με μια σως γιαουρτιού, σαν αραιό τζατζίκι (10TL).

Μου θύμισαν στη γεύση, αυτούς της γιαγιάς μου της Χρυσάνθης. Ελαφρύ τηγάνι, κριτσανιστοί απ' έξω μελάτοι από μέσα, νόστιμοι πολύ. Κάτι παπάρες που έκανα, άλλο πράμα! 

 
  •  Ψητό χταπόδι με κόκκινο κρεμμύδι και ελαιόλαδο (20 TL), ξαπλωμένο σε φετούλα φρυγανισμένου ψωμιού.

Η Σταυριανή λέει ότι ήταν το πιο γευστικό και καλοψημένο χταπόδι που έφαγε ποτέ στην Τουρκία. Φυσικά, δεν ήταν σαν αυτά που απολαμβάνει στις ψαροταβέρνες του Γερολιμένα, αλλά πώς να το κάνουμε τώρα;

  • Αρναούτ τζιερί με τριμμένο κρεμμύδι και ξύσμα λεμονιού (15TL). Μπορείτε να μου εξηγήσετε παρακαλώ, πώς μια τόση δα κίτρινη κουτσουλίτσα, αλλάζει τη γεύση ενός πιάτου;
  • Περνώντας τώρα στα κύρια, η Σταυριανή προτίμησε να κολυμπήσει, επιλέγοντας καραμελιζέ λαβράκι με φρέσκο βερίκοκο και πράσινη σαλάτα (29 TL). Μπορεί να ξενίζει κάποιους ο συνδυασμός ψάρι - φρούτο, αλλά εμάς δε μας πείραξε αυτό. Αν και ήταν νόστιμο, δεν βρήκαμε την ένταση που περιμέναμε για να συγκλονιστούμε. Όπως λέει και η ίδια, ούτε θαλασσίλα, ούτε φρουτίλα.
  • Εγώ πάλι, πήγα για βοσκή, διαλέγοντας αρνάκι ψημένο για πολύ πολύ πολύ ώρα καλυμμένο στο φούρνο, συνοδεία ιτς πιλάφ (συκωτάκι, κουκουνάρι, σταφίδες, κανέλα) (33 TL) - και τα δυο  λουσμένα με κόκκινο κρασάκι. Δεδομένου ότι τρελαίνομαι για γλυκές γεύσεις, μου άρεσε πολύ. Το αρνάκι έλιωνε στο στόμα!
  • Ήρθε κι η ώρα του επιδορπίου, με παγωτό βανίλια και σος φράουλας (10 TL) πάνω σε κιαΐτ χελβασί (κάτι σαν χαλβαδόπιτα Σύρου) για τη Σταυριανή. Απλώς ευχάριστο..
  • Εγώ προτίμησα κάτι πιο κοντά στη Γαλλική - Δραμινή  μου καταγωγή, μια κρεμ μπριλέ (12 TL). Πριν προλάβετε να με κράξετε, μ(ουχ)αλεμπί με σπόρια κόλιανδρου ήταν, με καμένη ζάχαρη. Πραγματικά ιδιαίτερο!

Αν στην ώρα των μαθηματικών δεν κάνατε κοπάνες για να γκομενίζετε, η σούμα ως τώρα βγαίνει γύρω στις 130 λίρες. Προσθέστε και 50 - 70 ακόμα για ένα μπουκάλι κρασί και έχουμε μια ολοστρόγγυλη διακοσάρα στο λογαριασμό. Με την τρέχουσα ισοτιμία, το ποσό ισοδυναμεί με 80 ευρουλάκια. Νομίζω ότι στην Αθήνα, σε ένα αντίστοιχο εστιατόριο, το δείπνο θα κόστιζε παραπάνω, όχι;


Το πόρισμα τώρα: Το Maya Lokantasi αποτελεί ένα προσεγμένο εστιατόριο, με γεύσεις που πιο ταιριαστά περιγράφονται ως μεσογειακές παρά αμιγώς τουρκικές, αν και σε κάθε σχεδόν πιάτο αυτό επιδιώκεται. Οι μερίδες (κυρίως το λαβράκι) είναι μικρές, αλλά μάλλον έτσι προτάσσει το ύφος αυτής της κατηγορίας εστιατορίων. Χωρίς να είναι πολύ ακριβό, σου δίνει μια ευχάριστη αίσθηση διακριτικής πολυτέλειας, (ευτυχώς) με κάζουαλ αέρα. Ειδικά το μεσημεριανό μενού, είναι αρκετά πιο οικονομικό. Κάπου κάπου, δεν είναι κι άσχημο ν' απαρνιόμαστε τα λούμπεν κολήμματά μας  και να χαρίζουμε στιγμές χλιδής και κορδέλες στον εαυτό μας. Αρκεί βέβαια, να μην πρόκειται για φύκια. Αλλά στο Maya μάλλον, οι κορδέλες είναι από καθαρό μετάξι..

ένας τουρκ καχβεσί για καλωσόρισμα


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Εξώστη, ο οποίος κυκλοφορεί κάθε Πέμπτη σε 500 σημεία της Θεσσαλονίκης, στο φύλλο της 22ας Σεπτεμβρίου 2011 εγκαινιάζοντας τη συνεργασία μας. Δυο φορές το μήνα, θα διαβάζετε τις "ανταποκρίσεις" του Αγγελή στο φύλλο της εφημερίδας, οι οποίες θα δημοσιεύονται εκ των υστέρων (μια εβδομάδα μετά) και στο μπλογκ.


Έτσι που παν τα πράματα, σε λίγο θα επισκεπτόμαστε τη γιαγιά μας στο χωριό κι αυτή θα μας τρατάρει εσπρέσο στρέτο και πανακότα. Κρίμα που ένας αχνιστός “πολλά βαρύς και όχι” θεωρείται πλέον οπισθοδρομικός, ειδικά σερβιρισμένος σε επάργυρο δίσκο στρωμένο με δαντελίτσα, συνοδεία ενός ιδρωμένου ποτηριού παγωμένο νεράκι.

Τι θα γίνει όμως με μας τους παραδοσιακούς τύπους που επιμένουμε να προϋπαντάμε έτσι τους μουσαφίρηδες μας; Πως θα τους δείχνουμε πια την φιλοξενία μας; Ότι έχουμε καλές προθέσεις βρε παιδί μου; Ότι θα μοιραστούμε μαζί τους μοναχά αλήθειες; Γιατί πώς να το κάνουμε, μονό με κάτι τέτοια πολυχρονισμένα τερτίπια ανοίγουν οι ψυχές και τα στόματα αρχίζουν να αραδιάζουν υποσχέσεις αγάπης, λόγια συμπαράστασης, συμβουλές και ιστορίες. Κι αυτή είναι και η μόνη δέσμευση που αυτόβουλα ανέλαβα: να γράφω αληθινές ιστορίες της Πόλης.

Αλλά πριν λογοδοθούμε και επίσημα, επιτρέψτε μου πρώτα να σας συστηθώ. Με λένε Αγγελή (πήρα το όνομα του παππού μου) και τα τελευταία χρόνια ζω στην Πόλη. Ναι, ναι! Αυτήν με το “π” το κεφάλαιο! Μου πήρε πολύ να προσανατολιστώ σ' αυτήν την παραδεισένια ζούγκλα μέχρι να την χαρτογραφήσω στην ψυχή μου. Κι ακόμα δηλαδή, για να είμαι ειλικρινής, δεν την παίζω και στα δάχτυλα. Όλο τρέχω για να Την προλάβω, κι όλο Αυτή μου ξεγλιστράει ωσάν το χέλι. Όποτε ανακαλύπτω κάτι καινούριο, δεν κρατιέμαι να μην το μοιραστώ ευθύς αμέσως με τους φίλους που με ακολουθούν από το μπλογκ Angelis and the Istanbul (www.angelisandtheistanbul.blogspot.com). Πότε ένα λαχταριστό φαγάκι, πότε ένα Οθωμανικό τζαμί, πότε μια εκκλησιά...πότε ένα τούρκικο μέταλ γκρουπ. Απ' όλα έχει ο μπαχτσές!

Πόσο χαίρομαι που η ομάδα του νέου Εξώστη, μου παραχώρησε μια μόνιμη στήλη στο φύλλο του! Θα βάζουν δίπλα και φωτό της αφεντιάς μου...έτσι μου υποσχέθηκαν τουλάχιστον! Θα τα λέμε τακτικά λοιπόν από εδώ, βασικά εγώ θα τα λέω και θα εκτονώνομαι, αλλά κι εσείς θα μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας, αρχικά στο προσωπικό μου email (anannos@gmail.com) και αργότερα και μέσα από την ηλεκτρονική σελίδα της εφημερίδας.

Μα, σαν να μ' έπιασε η φλυαρία μου και δεν πρέπει από την πρώτη κιόλας μέρα, σας αφήνω για να επιστρέψω στην κουζίνα μου. Το γκαζάκι έχει ήδη πυρώσει, θα μου χυθούν τα καφεδάκια που σας ψήνω και μετά με τί θα σας τρατάρω; Άλλα θα είναι σαντέ*, άλλα ορτά* κι άλλα σεκερλί*. Κανένα όμως σίγουρα δεν θα είναι νερομπλούκι κι όλα φυσικά θα 'χουν και τις φουσκαλίτσες τους. Το μόνο που θέλω από εσάς είναι να ξεπλύνετε τον ουρανίσκο σας με δροσερό νεράκι, να 'ναι έτοιμο για τον δυναμωτικό ζωμό.

Καλώς σας βρήκα, καλή επιτυχία και στο νέο Εξώστη. Να τα χιλιάσει...τα φύλλα και τους αναγνώστες του. Ίφτασιιιιιι!

* σαντέ / ορτά / σεκερλί τουρκ καχβεσί: σκέτος / μέτριος / γλυκός τούρκικος καφές

Ευχαριστώ τον Τζεμίλ ουστά για την έμπνευση και το καφεδάκι που με κέρασε στον καφενέ Mandabatmaz (διεύθυνση: Olivia Geçidi, απέναντι από την Καθολική εκκλησία του St. Antoine στην Ιστικλάλ).

ούτε ο βούβαλος δε βουλιάζει


Από σήμερα 22 Σεπτεμβρίου, εγκαινιάζεται η συνεργασία μου με τον Εξώστη, το πρώτο free press της Ελλάδας, που πρωτοεκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1987. Εύχομαι ό,τι καλύτερο στην προσπάθεια της ομάδας που αναβιώνει το ιστορικό έντυπο. Πλέον ο Εξώστης, κυκλοφορεί και πάλι κάθε Πέμπτη σε 500 σημεία της Θεσσαλονίκης. Δυο φορές το μήνα, θα διαβάζετε τις "ανταποκρίσεις" του Αγγελή στο φύλλο της εφημερίδας, οι οποίες θα δημοσιεύονται εκ των υστέρων (μια εβδομάδα αργότερα) και στο μπλογκ. Τι χαρά, θα τα λέμε και από εκεί!

Όλοι οι επισκέπτες της Πόλης, από όποια γωνιά του πλανήτη κι αν έρχονται, χωρίς να ξέρουν πολλά για την Τουρκική κουλτούρα, σίγουρα έχουν ακούσει για τον Τουρκικό καφέ. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον δοκιμάσουν με την πρώτη ευκαιρία. Έχει πλάκα δε, που νομίζουν ότι αν προσθέσουν μπόλικη ζάχαρη, θα τον κάνουν κι ελαφρύ. Αμ, δε! Βέβαια, οι Έλληνες είναι πλήρως εξοικειωμένοι με το μέλανα ζωμό και δεν τρέφουν light αυταπάτες. Για εμάς βλέπεις, ανακαλεί θύμησες από τα παιδικά μας χρόνια, που ένας τουρκικός - ελληνοποιημένος φυσικά την τελευταία δεκαετία - αποτελούσε πάντοτε το απαραίτητο καλωσόρισμα στα σπίτια συγγενών και φίλων.


Για να μην απαντώ στον καθένα ξεχωριστά, πού μπορείτε να πιείτε έναν εξαιρετικό καφέ στην Πόλη, πάρτε μπλοκάκι & χάρτη και σημειώστε: Κατεβαίνοντας την Ιστικλάλ από την πλατεία Τάξιμ, προσπερνάς το ανοίχτωμα του Γκαλατάσαραϊ Λισεσί, και σε λιγότερα από 100 βήματα συναντάς  αριστερά την Καθολική εκκλησία του Σαν Αντουάν. Γυρίζεις το κεφάλι σου απέναντι και βλέπεις στη γωνία ένα μοντερνέ ζαχαροπλαστείο / εστιατόριο, το Barcelona.


Μπαίνεις στο στενό προσπερνώντας επιδεικτικά το Ιβηρικό έκτρωμα και αμέσως παρακάτω σε προϋπαντά μια ωοειδής πινακίδα με ένα από τα πιο ιδιότροπα λογότυπα που έχω δει ποτέ. Ένα βουβάλι να περπατά στην επιφάνεια ενός φλιτζανιού καφέ. Σε κάποιους μάλιστα, θα θυμίσει και θαύμα ενός φίλου από τα παλιά. Καλωσήλθατε στο Mandabatmaz!


Εδώ δεν θα σας περιμένει η Νεραντζούλα (η φίλη της μάνας μου) να σας ψήσει τον καφέ. Αντίθετα, πίσω από τους μπακιρένιους τσεσβέδες κρύβεται ο χαμογελαστός Τζεμίλ μπέης, ένας από τους πιο γλυκούς ανθρώπους του Μπέιογλου.


Από τα χεράκια του πίνουν τον καφέ τους όλοι όσοι δίνουν βαρύτητα στο συγκεκριμένο σπορ και δεν αρκούνται στα νεροπλύματα που σερβίρονται στα "καλά" ευρωπαϊκά μπιστρό. Είναι η εμπειρία των 44 χρόνων βλέπετε, που ακόμα και ατζαμής να είχε ξεκινήσει, έχει τελειοποιήσει την τέχνη του. Η αυτοπεποίθηση του δε, χωρίς ποτέ να το παίζει αυθεντία, είναι τέτοια που χωρίς δισταγμό αποκαλύπτει την προέλευση της πρώτης ύλης του - αγοράζει τον καφέ από το Basak Kuruyemis του Μπαλίκ Παζαρί - όπως και όλα τα βήματα της διαδικασίας παρασκευής.


Βάζει από την αρχή καφέ και ζάχαρη στο μπρίκι (κάποια από αυτά τα χρησιμοποιεί από το 1967!), προσθέτει ζεστό νερό (και όχι κρύο από τη βρύση) και ανακατεύοντάς το, το εναποθέτει σε χαμηλή φωτιά για να μην καεί. Δεν περνούν πάνω από 3-4 λεπτά και ο καφεδάκος είναι έτοιμος για σερβίρισμα!


Δεν ξέρω αν ο Τζεμίλ μπέη μου εμπιστεύεται τα μυστικά του μιας και είμαστε γείτονες - τα σπίτια μας απέχουν μόλις 2 τετράγωνα - αλλά δε νομίζω να θυμώσει κιόλας που σας τα βγάζω στη φόρα. Σιγά μην του κάνει κόπο άλλωστε να σας ψήσει κι εσάς έναν πηχτό-πηχτό καφέ, δίνοντας και στην ταμπέλα του καφενέ την ερμηνεία της. 


Εντωμεταξύ, υπάρχει το ενδεχόμενο να σας πέσει λίγο βαρύς, αλλά δεν έχετε να χάσετε και μια ολόκληρη περιουσία όπως στο Τσιραγάν, όπου κοστίζει 18 ολόκληρες λίρες (αν έχουν τον Αλλάχ τους!), παρά μόνο 3. Βέβαια, μην προσπαθήσετε να περπατήσετε πάνω στο καϊμάκι. Δε γίνονται θαύματα κάθε μέρα, ακόμα και ο έμπειρος ο βούβαλος, που και που κάνει τη βουτιά του!


Related Posts with Thumbnails