ο Κουρέας της..Κουμπαρατζί


Το γεγονός ότι ο Κουρέας της Σεβίλλης είναι ίσως ο πιο διάσημος από όλους τους μπαρμπέρηδες του πλανήτη, δε σημαίνει ότι όλοι εμείς που ζούμε εκτός της Ιβηρικής χερσονήσου πρέπει να  κυκλοφορούμε με μούσια και μαλλούρες σαν το Μαθουσάλα. Ειδικά δε στην Πόλη, υπάρχουν τόσα πολλά μπαρμπέρικα που κυκλοφορεί το εξής αστείο: Οι μισοί κάτοικοί Της είναι μπαρμπέρηδες / οι άλλοι μισοί κάθονται να ξυριστούν από τους πρώτους μισούς!


Το Γιάννη, αυτόν τον χρυσό άνθρωπο - που λέω και ξαναλέω - ότι αποτελεί ένα από τα πιο όμορφα δώρα μου χάρισε η Πόλη, θα πρέπει να τον θυμάστε από παλαιότερες αναρτήσεις με τα Super 8 ταινιάκια του. Όσο έζησε στην Πόλη, Τη ρούφηξε μέχρι το μεδούλι. Τα μπαρμπέρικά Της δε, από την πρώτη κιόλας μέρα, τον σαγήνευσαν. Σε μια από τις βόλτες του, ανακάλυψε έναν μετρ του ξυραφιού στην κατηφόρα της Κουμπαρατζί και από τότε του έμεινε πιστός. Η σπαστή επικοινωνία με merhaba, tamam, evet και παντομίμες, δεν τους εμπόδισαν να έρθουν κοντά και έβγαινε κάθε φορά από κει μέσα τζιτζί, με μάγουλο καϊμάκι.


Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να τον αποχαιρετήσει, μιας και λίγο πριν επιστρέψει ο Γιάννης στην Αθήνα, ο μπαρμπέρης εισήλθε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, κι αυτό πολύ του στοίχισε. Ευτυχώς, τώρα είναι περδίκι και συνεχίζει να περιποιείται - δόξα να 'χει ο Αλλάχ - τους τριχωτούς πελάτες του. Συνεχώς διαβιβάζω χαιρετισμούς από τον έναν στον άλλον, προσπαθώντας να αποφύγω ευγενικά τις προσκλήσεις του μπαρμπέρη να καθίσω κι εγώ στην  καρέκλα του "ιατρείου" του. Ο δε Γιάννης, αποτελεί ίσως παγκόσμια εξαίρεση. Άλλοι πεθυμούν από την Πόλη τα τζιέρια, άλλοι το Βόσπορο, αυτού πάλι του λείπουν τα μπατσάκια στα μαγουλάκια από τον αγαπημένο του μπαρμπέρη, ενός καλού του φίλου πια.

πατσάς από τουλίπα


Άργησε εφέτος ο αρραβωνιαστικός της Πόλης (το κρύο εννοώ) να χτυπήσει την πόρτα Της, μόλις τις τελευταίες ημέρες δειλά απλώς τη γρατζουνά και το σώμα αρχίζει να γυρεύει λίγη ζεστασιά. Αναζήτηση της παλιομοδίτικης θερμοφόρας στην αποθήκη για τις κρυουλιάρικες πατούσες, βόλτα στα μαγαζιά για ένα χοντρό μαντό και μια ζεστή σουπίτσα, είναι κάποια από τα προληπτικά μέτρα που πρέπει λάβουν του φρονίμου τα παιδιά.


Μια περασιά από το Lale Iskembecisi για ένα πατσαδάκι, είναι μια καλή ιδέα. Με άδεια και κρυωμένη κοιλίτσα άλλωστε, όσο και να ντυθείς σαν το κρεμμύδι, άδικος ο κόπος. Δίπλα στην πλατεία Τάξιμ, πάνω στο 24 ώρες το 24ωρο θορυβώδες μπουλεβάρντο του Ταρλάμπασι, σερβίρει πατσά από το 1960. Αααα, για όσους το θυμάστε, Λαλέ σημαίνει τουλίπα!

το αγίασμα του Ιντιάνα Τζόουνς


Το Κουρούτσεσμε αποτελεί στις μέρες μας έναν από τους πιο λουσάτους μαχαλάδες της Πόλης. Θες γιατί βρέχει τα πόδια του στο Βόσπορο, θες για το τεχνητό νησί - υπερπαραγωγή της Γαλατά Σαράι, θες για τα μοντέρνα του καφέ και εστιατόρια, μόνο οι προνομιούχοι συμΠολίτες μας μπορούν να υποδέχονται φίλους στα ευρύχωρα μπαλκόνια τους με την υπέροχη θέα. Απομεινάρια από την εποχή που πρωτοστατούσαν οι μειονότητες στην Ξηροκρήνη (έτσι μεταφράζεται το τουρκικό τοπωνύμιο) υπάρχουν πολλά. Ανάμεσα σε αυτά, και μερικές ενδιαφέρουσες εκκλησίες, που αν και δεν έχουν το πολυπληθές ποίμνιο αλλοτινών εποχών, συνεχίζουν να λειτουργούν.


Μια απ' αυτές είναι ο Άγιος Δημήτριος, που οι πηγές αναφέρουν ότι έχει χτιστεί πάνω στα ερείπια αρχαίου Ιερού της θεάς Δήμητρας (ή Ίσιδος) και χρονολογείται στα μέσα του 15ου αιώνα (δες κι εδώ). Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με ένα συνηθισμένο Ορθόδοξο ναό, με περίτεχνη αρχιτεκτονική  ωστόσο και εντυπωσιακό τέμπλο. Φημίζεται όμως, και για κάτι ιδιαίτερο που προσελκύει προσκυνητές, τόσο χριστιανούς, όσο και μουσουλμάνους. Η ατραξιόν (ας μου επιτραπεί ο όρος) είναι το αγίασμά του (ένα από τα πολλά της Πόλης), που για να το προσεγγίσεις πρέπει να είσαι ένας μικρός Ιντιάνα Τζόουνς!


Η μακριά σήραγγα με την ελαφρώς ανηφορική κλίση είναι λαξευμένη στο βράχο, τα υγρά της τοιχώματα φωτίζονται σποραδικά, κάνοντας τους κλειστοφοβικούς να αγχωθούν και προσδίδει στους αναζητώντες την ίαση μια μεταφυσική σιγουριά. Όσο κι αν ο γράφων θέλει να λογίζεται "άπιστος", οφείλει να ομολογήσει ότι όταν είδε μια νεαρή Τουρκάλα σε κατάσταση αμόκ (την έλεγες και δαιμονισμένη) που την έσυραν οι γονείς της από ένα χωριό της Ανατολίας για να πιει το αγίασμα, ως την τελευταία ελπίδα σωτηρίας, κόντεψε να τα κάνει πάνω του. Μη με ρωτήσετε άμα γιατρεύτηκε ή όχι η κοπέλα, δεν άντεξα να δω την Θεία Λύτρωση (ή την Αδιαφορία). Το θέαμα ήταν αρκετό όμως, για να φυτέψει μέσα μου το σπόρο της αμφισβήτησης.

το κεμπαπτσίδικο των Φλίνστοουνς


Πολύ συχνά μου 'ρχεται να φάω ένα απλό κεμπάπ βρε παιδί μου. Αλλά θέλω να το φάω σε ένα μέρος χωρίς γυαλιστερές ταπετσαρίες, χωρίς γκαρσόνια που να φορούν γιλέκα με χρυσά σιρίτια, χωρίς να κρέμονται στο κεφάλι μου κρυστάλλινοι πολυέλαιοι - για όσους έχετε επισκεφτεί την Πόλη, έχετε δει τις παραπάνω χλίδες της συμφοράς με τα μάτια σας. Αν είναι μεσημέρι, είμαι τυχερός. Περπατώ μέχρι το τέλος της Ιστικλάλ (στο στενό δίπλα από το Simit Saray της πλατείας Τουνέλ) για χάρη ενός κεμπαπτσίδικου, που δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει με μπολιγουντιανά σκηνικά, αλλά με ντόμπρες ψητονοστιμιές. Βέβαια, μοιάζει κι αυτό με σκηνικό ταινίας, τις περιπέτειες της προϊστορικής οικογένειας των Φλίνστοουνς, αφού πρόκειται (περίπου) για μια σπηλιά!


Το ρόλο του Φρεντ παίζει ο Ενβέρ Ουστά, ο μάστορας που ψήνει τα κεμπάπ. Η τέχνη του είναι γνωστή σε ολόκληρο το Μπέντροκ (ουπς, την Πόλη ήθελα να πω) και ταΐζει τον πεινασμένο εργάτη Μπάρνεϊ, τον κουρασμένο λούστρο Άρνολντ και τον περιφερόμενο πωλητή μπιχλιμπιδιών Μπαμ-Μπαμ.


Ψάχνοντας να βρω φωτογραφίες για το ποστ δυσκολεύτηκα, μιας και δε βγάζω κάθε φορά που πάω να σαβουριάσω, αλλά ευτυχώς ξετρύπωσα αυτές που είχαμε βγάλει με την Ίλια και τη Χαρά..τι χαρά! Η ποικιλία είναι περιορισμένη, συνίσταται σε Άντανα και Ούρφα κεμπάπ (μακρόστενο κιμαδένιο κεμπάπ, καυτερό και μη αντίστοιχα), σις (καλαμάκι / σουβλάκι) μοσχαρίσιο ή κοτόπουλο, και φτερούγες.


Εζμέ, πλιγούρι, σαλάτα και γιαούρτι αποτελούν τις επιλογές για τα συνοδευτικά.


Όλα τα λεφτά είναι ο ακούραστος Αχμέτ (μου θυμίζει τον πατέρα του Φρεντ, τον Εντ), που σερβίρει τους πελάτες τα τελευταία 15 χρόνια. Ακμαίος, δε λέω, αλλά ένα ψιλοπάρκινσον το έχει και συχνά ενώ παραγγέλνεις αϊράν σου φέρνει ένα αφρισμένο μιλκσέικ από το πολύ το τάκα τάκα. Ντροπή μου να κοροϊδεύω τον άνθρωπο, που είναι ένας σκέτος γλύκας, δε συμφωνείτε;


Ο Σινάν, το τσιράκι που ξαποσταίνει μαζί του, δουλεύει τις καθημερινές μαζί του και τα Σαββατοκύριακα στο κοκορετσάδικο της γειτονιάς.


Όπως λένε κι οι φίλοι που μου συνέστησαν την ψησταριά, δεν είναι και πολύ σώφρον να τρως σε ένα υπόγειο με μια τεράστια σχάρα φλογερή και μόλις μια και μοναδική δυσπρόσιτη έξοδο, αλλά για κάποιο λόγο αισθάνομαι ασφαλής. Μπαίνω στο πνεύμα της ταινίας και ελπίζω πως σε περίπτωση πυρκαγιάς θα μας σώσει ο Ντίνο το δεινοσαυράκι. Γιάμπα ντάμπα ντουυυυυυ!

Related Posts with Thumbnails